Οι δράσεις της βιταμίνης D πραγματοποιούνται μέσω υποδοχέων (Vitamin D receptors) που εντοπίζονται σε πολλά όργανα και ιστούς σε όλο το σώμα, συμπεριλαμβανομένου του βλεννογόνου του παχέος εντέρου. Οι υποδοχείς αυτοί παίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση των φυσιολογικών κυτταρικών μηχανισμών.

Πιο συγκεκριμένα, η βιταμίνη D έχει την ιδιότητα να αναστέλλει τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό και να αυξάνει την κυτταρική απόπτωση. Τα κύτταρα του παχέος εντέρου μετατρέπουν την κυκλοφορούσα 25-υδρόξυ-βιταμίνη D σε ενεργό μεταβολίτη (καλσιτριόλη), που δεσμεύεται στα κύτταρα αυτά, με αποτέλεσμα να αναστέλλεται η διαφοροποίηση τους, η αγγειογένεση και το μεταστατικό δυναμικό.

Προοπτικές επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D στον οργανισμό σχετίζονται με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου, αλλά και αύξηση των ποσοστών επιβίωσης σε ασθενείς που πάσχουν από καρκίνο του παχέος εντέρου. Παρόμοια αποτελέσματα έχουν καταγραφεί σχετικά με τον κίνδυνο ανάπτυξης πολυπόδων στο παχύ έντερο.

Έχει υπολογιστεί ότι η ημερήσια πρόσληψη 2000 IU/ημέρα βιταμίνης D3 σε Αμερικανικούς πληθυσμούς μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της εμφάνισης καρκίνου σε ποσοστό περίπου 27%. Φυσικά, οι μελέτες συνεχίζονται με μεγαλύτερους αριθμούς ασθενών και μεγαλύτερες περιόδους παρακολούθησης αυτών.

Η σύγχρονη αντίληψη πάντως, είναι η λήψη θεραπείας υποκατάστασης με βιταμίνη D (ιδιαίτερα τη δραστικότερη μορφή της D3) σε όσους έχουν διαπιστωμένα χαμηλά επίπεδα στον οργανισμό, η ακριβής εκτίμηση των οποίων γίνεται με τον προσδιορισμό της ολικής βιταμίνης D(25-OH Vitamin D).

 

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΡΑΜΟΥΝΤZΟΣ

ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΟΛΟΓΟΣ