Το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης είναι μια σύνθετη και χρόνια ασθένεια με άγνωστη παθοφυσιολογία. Ο συνολικός επιπολασμός του κυμαίνεται μεταξύ 0,4 και 2,5% και επηρεάζει κυρίως νεαρούς ενήλικες ηλικίας από 20 έως 40 ετών, με μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών να επηρεάζονται σε σύγκριση με τους άνδρες.

Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από κόπωση που προκαλεί ανικανότητα, δεν βελτιώνεται με ανάπαυση και επιμένει για τουλάχιστον 6 μήνες. Επιπλέον, οι ασθενείς παρουσιάζουν συνήθως ποικιλία συμπτωμάτων, συμπεριλαμβανομένων επώδυνων λεμφαδένων, δεκατικής πυρετικής κίνησης, μυϊκού πόνου, πόνου στις αρθρώσεις, πονόλαιμου, πονοκεφάλων, διαταραχών ύπνου, μη αναζωογονητικού ύπνου, αδιαθεσία μετά από άσκηση, διαταραχών στη μνήμη και τη συγκέντρωση και γαστρεντερικά συμπτώματα.

Οι ασθενείς αναφέρουν συχνά εξάρσεις και υφέσεις συμπτωμάτων, με διακυμάνσεις στη συχνότητα, τη σοβαρότητα και τη διάρκεια. Ως εκ τούτου, πολλοί ασθενείς παρουσιάζουν σημαντική μείωση της σωματικής, ψυχικής, κοινωνικής και επαγγελματικής τους λειτουργίας, γεγονός που μειώνει τα επίπεδα προσωπικής δραστηριότητας και την ποιότητα ζωής τους.

Η αιτιολογία του είναι άγνωστη και προς το παρόν δεν υπάρχει διαγνωστικός έλεγχος. Για τους σκοπούς της κλινικής και επιδημιολογικής έρευνας, χρησιμοποιούνται διάφοροι ορισμοί. Η διάγνωση γίνεται σύμφωνα με συγκεκριμένα κλινικά κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων συμπτωμάτων, έναρξης ασθένειας και διάρκειας κόπωσης αφού αποκλειστούν συγκεκριμένα νοσήματα.  Τα κριτήρια αποκλεισμού είναι παρόμοια στους ορισμούς των περιπτώσεων όπου ασθενείς που έχουν άλλες ασθένειες – συμπεριλαμβανομένης της ανεπάρκειας σιδήρου, υπο- ή υπερ-θυρεοειδισμού, διαβήτη, καρκίνο, ψύχωση, επιληψία, καρδιακές παθήσεις, διαταραχές ύπνου, νευρολογικές διαταραχές, γαστρεντερικές διαταραχές ή ανοσολογικά ελλείμματα— που μπορεί να εξηγήσουν ορισμένα από τα συμπτώματα, εξαιρούνται.

Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι το ΣΧΚ χαρακτηρίζεται από ήπια φλεγμονή και αυξημένο οξειδωτικό stress. Η κούραση, ο πόνος, τα προβλήματα του γαστρεντερικού, αποδίδονται σε άμεσες και έμμεσες επιδράσεις των ελευθέρων ριζών οξυγόνου. Αν και οι περισσότεροι μηχανισμοί μένει να αποδειχθούν, η αυξημένη οξείδωση λιπιδίων και πρωτεϊνών έχει τεκμηριωθεί στους ασθενείς με ΣΧΚ συγκριτικά με υγιείς.

Οι δίαιτες αποκλεισμού, ο διατροφικός περιορισμός και η προσθήκη συμπληρωμάτων διατροφής στη συνήθη διατροφή αναφέρονται ευρέως ότι χρησιμοποιούνται από ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης και πολλά άτομα ισχυρίζονται ότι επωφελούνται από αυτές τις διατροφικές παρεμβάσεις στη μείωση της κόπωσης.

Η σύγχρονη σύσταση είναι η υιοθέτηση ισορροπημένης διατροφής και ποικιλίας θρεπτικών τροφίμων από τις βασικές ομάδες τροφίμων σύμφωνα με τις διατροφικές οδηγίες για υγιείς ανθρώπους. Τα συμπληρώματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν όταν υπάρχουν υποψίες ανεπαρκούς πρόσληψης θρεπτικών ουσιών ή σε περιπτώσεις όπου οι ελλείψεις σε θρεπτικά συστατικά εντοπίζονται μέσω εργαστηριακών εξετάσεων. Οι οριακές ελλείψεις βιταμινών και μετάλλων στους ασθενείς με ΣΧΚ, είναι ένα συνηθισμένο εύρημα που μάλλον οφείλεται στο ίδιο το σύνδρομο παρά σε ανεπαρκείς δίαιτες. Είναι πιθανό ότι αυτές οι ελλείψεις όχι μόνο συμβάλλουν στις κλινικές εκδηλώσεις του συνδρόμου αλλά αποτελούν και εμπόδιο στη θεραπευτική διαδικασία. Γι’ αυτό το λόγο, όταν είναι δυνατό, θα πρέπει να αναγνωρίζονται με αντικειμενικές μετρήσεις και να επιβεβαιώνεται η αποκατάστασή τους με επανάληψη των μετρήσεων μετά τη λήψη θεραπείας.

Η αντιμετώπιση  με αντιοξειδωτικά, βιταμίνες και ιχνοστοιχεία είναι ένας ασφαλής και εύκολος τρόπος να αντιμετωπιστούν τα συμπτώματα και να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής αυτών των ασθενών.

Θανάσης Καραμούντζος MD, MSc

Ειδικός Γαστρεντερολόγος

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Dietary and nutrition interventions for the therapeutic treatment of chronic fatigue syndrome/myalgic encephalomyelitis: a systematic review. N CampagnoloS Johnston A Collatz D Staines S Marshall-Gradisnik. J Hum Nutr Diet. 2017 Jun;30(3):247-259